Κι άλλη θεαματική απογείωση, στα δεξιά αυτήν τη φορά.
Η γητεύτρια των περιστεριών. Δεν χώρεσε όλη στο πλάνο εξαιτίας της θεαματικής απογείωσης στα αριστερά.

Η Selma Jezkova, Τσέχα μετανάστρια στην Αμερική της δεκαετίας του '60, χάνει βαθμιαία το φως της από κληρονομική ασθένεια - πράγμα, ωστόσο, το οποίο κρατά πεισματικά κρυφό. Πασχίζοντας να συγκεντρώσει το ποσό για την εγχείρηση που θα απαλλάξει τον έφηβο γιο της, Gene, από το ίδιο πρόβλημα, δουλεύει σε εργοστάσιο ως χειρίστρια επικίνδυνων μηχανημάτων, ενώ βρίσκει καταφυγή από τα βάσανα και τις αγωνίες της καθημερινότητας στα αμερικάνικα μιούζικαλ, παρακολουθώντας τα ευλαβικά στον κινηματογράφο μαζί με την κολλητή της φίλη, Kathy. Παράλληλα, παίρνει τακτικά μέρος στις πρόβες μιας ερασιτεχνικής μουσικοχορευτικής παράστασης, όπου πρόκειται να παίξει έναν από τους κύριους ρόλους. Ο καλόκαρδος και λιγάκι αφελής εργάτης Jeff την πολιορκεί με επιμονή, αλλά δίχως ανταπόκριση. Η κατάσταση παίρνει απότομα δραματική τροπή όταν, σε μια στιγμή απόγνωσης, ο σπιτονοικοκύρης της και χωροφύλακας Bill Houston τής εκμυστηρεύεται πως οι σπατάλες της γυναίκας του τον έχουν αφήσει καταχρεωμένο και η Selma, σε αντάλλαγμα, του εμπιστεύεται το δικό της επτασφράγιστο μυστικό.

Πάνω από έναν αιώνα μετά τη δημιουργία της, η Hedda Gabler - ένα από τα πιο αινιγματικά, ίσως, θεατρικά πρόσωπα και εμβληματικό γι' αυτόν ακριβώς το λόγο - δεν παύει να προσελκύει τους σκηνοθέτες παγκοσμίως, καθώς και να αποτελεί εξαίρετη διαχρονική πρόκληση για τις ηθοποιούς που την υποδύονται. Η (έκδηλη σε αρκετά από τα έργα του) γοητεία που ασκούσαν στον "πατέρα" της, πρωτοπόρο Νορβηγό συγγραφέα Henrik Ibsen, οι επιστημονικές έρευνες και αντιλήψεις της εποχής του στο πεδίο των ψυχικών ασθενειών, του έδωσε το έναυσμα και το υλικό ώστε να πλάσει μια ηρωίδα με ιδιόμορφη δραματουργική δυναμική, αλλά και με έντονο πραγματολογικό ενδιαφέρον. Διότι η προσωπικότητα της Hedda Gabler, όπως σκιαγραφείται μέσα απ' το ομότιτλο έργο, παρουσιάζει γνωρίσματα που η ψυχιατρική και η καινοφανής, τότε, ψυχαναλυτική επιστήμη είχαν μόλις αρχίσει να τα προσεγγίζουν με προθέσεις ουσιαστικής κατανόησης, αντί να τους κολλούν συλλήβδην την ταμπέλα της "τρέλας" ή της "υστερίας".

Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος φοίτησε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Essex. Εργάζεται ως μεταφραστής κλασικής λογοτεχνίας (εκδόσεις Οξύ & Αρχέτυπο). Έχει παρουσιάσει κύκλους σεμιναρίων για τη φιλοσοφία και για θέματα κλασικής λογοτεχνίας σε δημοτικές βιβλιοθήκες και ιδιωτικά κέντρα πολιτισμού. Έχει αρθρογραφήσει, επί σειρά ετών, για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Έργα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα περιοδικά λόγου (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο). Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις Ανάτυπο, από τις οποίες κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Η Χρυσαλίδα. Τον Κυριάκο Χαλκόπουλο είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά στην περσινή διοργάνωση του FantastiCon, η οποία πραγματοποιήθηκε για τέταρτη συνεχή χρονιά στις αρχές του Οκτωβρίου που μας πέρασε, στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.
Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη φανταστική λογοτεχνία;

Η Λίλα Κίσσα-Φραγκομίχαλου αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) με πτυχίο γαλλικής φιλολογίας. Συγγραφέας και εικονογράφος του φανταστικού, δημιούργησε το 2011 τον "ονειρόκοσμο" Angel Eyes, συνδυάζοντας τις κλίσεις της. Πραγματοποίησε την πρώτη της ατομική έκθεση ζωγραφικής το Φεβρουάριο του 2015. Το πρώτο της εικονογραφημένο μυθιστόρημα φαντασίας, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο Ι: Φύλακες κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2016 και χαρακτηρίστηκε best seller. Τον Αυγουστο του 2017 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙ: Το Μονοπάτι και τον Οκτώβριο του 2018 κυκλοφόρησε το τρίτο μυθιστόρημα της σειράς, με τίτλο Angel Eyes Βιβλίο ΙΙΙ: Προορισμός. Ζει με το σύζυγο και την κόρη της στη Χίο και το μεγάλο της κίνητρο για ζωή είναι το να κάνει τους συνανθρώπους της να ονειρεύονται περισσότερο. Τη Λίλα και τις λογοτεχνικές, όσο και εικαστικές και άλλες δημιουργίες της είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τον Οκτώβριο που μας πέρασε, στην τέταρτη κατά σειρά διοργάνωση του FantastiCon, η οποία και φέτος φιλοξενήθηκε στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.
Καθώς η μάνα του ανακάτευε το σιρόπι για τα μελομακάρονα, εκείνο κοίταζε περίεργο την πλατιά μεταλλική κουτάλα που κρεμόταν πάνω απ' τον πάγκο της κουζίνας. Στη ρηχή της κοιλότητα καθρεφτιζόταν ένα θέαμα αλλόκοτο: ένα αναποδογυρισμένο, άτεχνα σκιτσαρισμένο πρόσωπο, σχεδόν άμορφο απ' τα μάτια και πάνω, γεμάτο κόκκινες και μπλάβες στάμπες.

Ο Mathias Enard γεννήθηκε το 1972 στη Γαλλία και έζησε για μεγάλο διάστημα στη Μέση Ανατολή και στη Βαρκελώνη, με ένα σύντομο πέρασμα από το Βερολίνο, όπου έγραψε ένα από τα βιβλία του. Πραγματοποίησε σπουδές περσικής και αραβικής γλώσσας και λογοτεχνίας, ενώ τον έχει επανειλημμένα απασχολήσει η περιπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Το πρώτο του μυθιστόρημα, La Perfection du Tir (Η Τελειότητα της Βολής) εκδόθηκε το 2003. Το συγγραφικό του έργο αριθμεί εννιά τίτλους ως τώρα και έχει τιμηθεί με διακρίσεις και βραβεία, μεταξύ των οποίων το Prix Goncourt για τα μυθιστορήματά του Rue des Voleurs (Οδός Κλεφτών) και Πυξίδα. Το δεύτερο, καθώς και το προγενέστερο Μίλησέ τους για Μάχες, για Ρηγάδες και για Ελέφαντες (τίτλος δανεισμένος από τον Rudyard Kipling), επίσης βραβευμένο με το Prix Goncourt des Lyceens (το αντίστοιχο του Goncourt για την εφηβική και νεανική λογοτεχνία), κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Στερέωμα το 2016 και το 2018 αντίστοιχα, σε έξοχη μετάφραση της Σοφίας Διονυσοπούλου. Ο Mathias Enard βρέθηκε στην Αθήνα στις αρχές Δεκεμβρίου με αφορμή την ελληνική έκδοση των βιβλίων του, προκειμένου να παραστεί σε εκδηλώσεις και παρουσιάσεις αφιερωμένες στον ίδιο και το έργο του.

Με την Ψιλικατζού τυχαίνει να με συνδέει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Ήμουν από τους πρώτους και τακτικούς αναγνώστες του ομότιτλου ιστολογίου (μεταξύ αρκετών άλλων), την εποχή όπου το blogging ήταν μια δραστηριότητα σχετικά νεοφανής, ελαφρώς περιθωριακή - αν και δεν άργησε να γίνει μόδα, όπως κάθε καινούργια ανακάλυψη της μαζικής κουλτούρας - με πολύ διαφορετικό νόημα και επιδιώξεις απ' ό,τι σήμερα. Τους καιρούς εκείνους, όχι και τόσο μακρινούς, αν κάποιος προέβαλλε την ιδιότητα του blogger ως επάγγελμα ή μέσο βιοπορισμού, θα αντιμετωπιζόταν τουλάχιστον με θυμηδία. Γιατί η διατήρηση ιστολογίου δεν αποσκοπούσε στην προσωπική προβολή με απώτερο στόχο το οικονομικό, κυρίως, κέρδος - δεν είχε καν απώτερο στόχο πέρα απ' την άμεση έκφραση και καταγραφή σκέψεων, συναισθημάτων και στιγμιοτύπων της καθημερινότητας, όπως σ' ένα παραδοσιακό, χειρόγραφο ημερολόγιο. Και επειδή τότε, σε αντίθεση με το τωρινό "καθεστώς", ήταν αδιανόητο να κοινοποιεί κανείς τα αληθινά του στοιχεία σ' έναν ανοίκειο και χαώδη χώρο όπως ο παγκόσμιος ιστός, οι bloggers δημοσίευαν με ψευδώνυμα, συνήθως μονολεκτικά ή/και σύνθετα, ενίοτε βασισμένα σε λογοπαίγνια ή αναγραμματισμούς: πότε ευφάνταστα, πότε αστεία, πότε εμπρηστικά, πότε δηλωτικά ενός προσφιλούς τους θέματος, μιας επαγγελματικής ή ερασιτεχνικής ασχολίας τους.