Μικρά πεζά παιγνιώδους παραλόγου
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ
Εκδόσεις: Ψηφιακή Αυτοέκδοση
Έτος Έκδοσης: 2026
Ηλεκτρονικό Βιβλίο (PDF, A4)
Σελίδες: 50
Εξώφυλλο & Εικονογράφηση: Μάριον Χωρεάνθη
Διάθεση: @ Archive.org
Εκδόσεις: Ψηφιακή Αυτοέκδοση
Έτος Έκδοσης: 2026
Ηλεκτρονικό Βιβλίο (PDF, A4)
Σελίδες: 50
Εξώφυλλο & Εικονογράφηση: Μάριον Χωρεάνθη
Διάθεση: @ Archive.org
Εκδόσεις: Ψηφιακή Αυτοέκδοση
Έτος Έκδοσης: 2022
Ηλεκτρονικό Βιβλίο (PDF, A4)
Σελίδες: 36
Εξώφυλλο & Εικονογράφηση: Μάριον Χωρεάνθη
Διάθεση: @ Archive.org

Η πρώτη εμφάνιση του Νίκου Χατζηπαπά στη λογοτεχνία ήταν το 1996, με την ποιητική συλλογή Μύθου Αφήγησις Τέλος (εκδόσεις Δωδώνη). Με σπουδές θεάτρου, κινηματογράφου και γραφικών τεχνών, ο Ροδίτης σκηνοθέτης και ηθοποιός που πρόπερσι μας χάρισε το συνταρακτικό "αιρετικό" μονόλογο του Hugo Claus Gilles & η Νύχτα και φέτος το (βασισμένο σε κείμενα του νομπελίστα Peter Handke) "ζωντανό" υπερθέαμα Kaspar Machine, έχει δώσει το στίγμα της πολύπλευρης καλλιτεχνικής του δημιουργικότητας μέσα από ένα σύνολο έργου εντυπωσιακό σε όγκο όσο και σε ποικιλία. Ιδρυτής του Μαγικού Θεάτρου (1987) και του Helix Action Theatre (1997), διοργανωτής του International Street Theatre Festival στην Ελλάδα και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων Helidra και Kaspar Machine, έχει συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με το Εθνικό Θέατρο και την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης Θεσσαλονίκης και διατελέσει διευθυντής του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Ρόδου (1991-1995), καθώς και καλλιτεχνικός διευθυντής για τη φετινή υποψηφιότητα της Ρόδου ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, ενώ έχει, επίσης, συμμετάσχει σε πολυάριθμα διεθνή φεστιβάλ.

Ο Κοραής Δαμάτης πρωτοπαρουσιάστηκε ως πεζογράφος το 2016, με το ημιαυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Το Σπίτι Μόνο (εκδόσεις Γαβριηλίδη), έχοντας πίσω του μακρά πορεία ως σκηνοθέτης, ηθοποιός και χορευτής, αλλά και εικαστικός καλλιτέχνης. Αιγυπτιώτης - γεννημένος στην Αλεξάνδρεια και έχοντας βιώσει τον ξεριζωμό της οικογένειάς του λόγω των εκεί ταραχών - ζει από τα δέκα του χρόνια στην Ελλάδα, όπου σπούδασε και εργάζεται. Το πολυδιάστατο της δημιουργικής του προσωπικότητας αντανακλάται τόσο στη θεματολογία των κειμένων του, όσο και στο λογοτεχνικό τους χειρισμό. Το νέο του βιβλίο, Αφορμές (από τις εκδόσεις Βακχικόν, 2021), είναι μια συλλογή διηγημάτων - μικρών ιστοριών, όπως ο ίδιος τις χαρακτηρίζει - εμπνευσμένων από "ένα περιστατικό στο δρόμο [...], κάτι που ειπώθηκε λαθραία [...], κάποιο αναπάντεχο συμβάν, ένα ξαφνικό τηλεφώνημα, μια είδηση στα ψιλά, τα λόγια ενός φίλου, μια προσφώνηση, μια φωτογραφία".
Αν και τα συμφραζόμενα της τρέχουσας (και όχι μόνο) επικαιρότητας δεν παρουσιάζονται αυτούσια μέσα στο βιβλίο, η χρονική συγκυρία της κυκλοφορίας του προσδίδει στην ατμόσφαιρα, όπως και στην ουσία, της κάθε "μικρής ιστορίας" εύλογα πεδία συνδηλώσεων. Κατά σύμπτωση, μάλιστα (ή και όχι), στον τίτλο του περιέχεται αναγραμματισμένο το ράμφος από τη χαρακτηριστική μάσκα των μεσαιωνικών "γιατρών της πανούκλας" (plague doctors).

Καθόταν στο αίθριο και πολεμούσε να νικήσει τον αλλόκοτο φόβο που άρχιζε αίφνης να κατακλύζει την ψυχή του, τον πανικό τον ανεξήγητο, που κυριεύει το λογικό παραλύοντας τα μέλη και τη θέληση. Είχε πέσει το βράδυ κι η λευκή κηλίδα της Σελήνης κρυφογελούσε πίσω απ' τα σύννεφα. Όλα όσα αντιλαμβάνονταν οι αισθήσεις του ήταν πράγματα απτά, οικεία και αγαπητά: το χώμα, τα κλαδιά, τα φύλλα, η νυχτερινή δροσιά που ερχόταν να μετριάσει τη στεγνή άπνοια της μέρας. Ανάσανε βαθιά το αγιάζι που σαν κισσός είχε σκαλώσει στο μπλάβο παραπέτασμα του απείρου και πέρασε το χέρι στον ανάστατο χείμαρρο των μαλλιών του, τρίβοντας δυνατά το δέρμα του κρανίου στις ρίζες τους, σαν να ήθελε να σβήσει τις εικόνες που του στοίχειωναν το λογισμό.
Δεν γινόταν να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Είχε τόσες μέρες να φάει που άρχιζε να λιώνει στα πόδια του. Με κάποιον έπρεπε να μοιραστεί τον πόνο του, να πετάξει επιτέλους από πάνω του το βραχνά.

Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος φοίτησε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Essex. Εργάζεται ως μεταφραστής κλασικής λογοτεχνίας (εκδόσεις Οξύ & Αρχέτυπο). Έχει παρουσιάσει κύκλους σεμιναρίων για τη φιλοσοφία και για θέματα κλασικής λογοτεχνίας σε δημοτικές βιβλιοθήκες και ιδιωτικά κέντρα πολιτισμού. Έχει αρθρογραφήσει, επί σειρά ετών, για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Έργα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα περιοδικά λόγου (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο). Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις Ανάτυπο, από τις οποίες κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Η Χρυσαλίδα. Τον Κυριάκο Χαλκόπουλο είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά στην περσινή διοργάνωση του FantastiCon, η οποία πραγματοποιήθηκε για τέταρτη συνεχή χρονιά στις αρχές του Οκτωβρίου που μας πέρασε, στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.
Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη φανταστική λογοτεχνία;
Από τότε που ο αδελφός της ο Μιχάλης έκανε δώρο στον Φραγκίσκο το λάπτοπ, η Δέσποινα γκρίνιαζε πως τους έφερε το διάβολο μες στο σπίτι. Ήταν που ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, αμίλητος κι αγέλαστος ο μοναχογιός της, απόγινε. Και δεν έφτανε που ξημεροβραδιαζόταν κολλημένος στο καινούργιο μηχάνημα - όχι, έπρεπε να φοράει και κάτι ακουστικά πιο μεγάλα απ' το κεφάλι του, που τον απόκοβαν ολότελα απ' τον κόσμο. Μόλις γυρνούσε απ' τη σχολή του, έτρεχε κατευθείαν στο λάπτοπ, δίχως να χαιρετήσει τη μάνα του, δίχως να πλυθεί και ν' αλλάξει. Να καθίσουν μαζί στο τραπέζι, να φάνε και να κουβεντιάσουν σαν άνθρωποι, ούτε λόγος. Για να πάει στην τουαλέτα έπρεπε να φτάσει στο αμήν. Αν έπεφτε καθόλου για ύπνο, ζήτημα να κοιμόταν δυο ώρες. Η Δέσποινα πότε τον έπιανε με το καλό, πότε έχανε την ψυχραιμία της και του φώναζε, αλλά πού! Είτε στον Φραγκίσκο μιλούσε είτε στον τοίχο, ήταν ένα και το αυτό. Την έσκιαζε όσο και την έθλιβε η θέα της ασάλευτης φιγούρας του, καμπουριασμένης στην καρέκλα του γραφείου ή μισοξαπλωμένης στο κρεβάτι με το λάπτοπ στην αγκαλιά, μέσα σ' ένα δωμάτιο όπου μονάχα ο ξερός ψίθυρος των πλήκτρων πρόδινε πού και πού την ύπαρξη ζωντανού πλάσματος. Ούτε η ανάσα του δεν ακουγόταν.
Η γιαγιά μου η Μαρία ήταν άνθρωπος δύσπιστος. Και δύστροπος, με τη διαρκώς εχθρική καχυποψία των οριακά αμόρφωτων (δεν είχε βγάλει το δημοτικό) απέναντι στους υποτίθεται γραμματιζούμενους. Ήξερε βέβαια να διαβάζει - και ό,τι έντυπο υλικό έπεφτε στα χέρια της, από παιδικά παραμύθια ως τις καθημερινές εφημερίδες και από τη σαρακοφαγωμένη της Ιερά Σύνοψη ως τα μεταφρασμένα θεατρικά του Ibsen και του Williams, το ξεκοκάλιζε με μανία. Τώρα τι καταλάβαινε από τα διαβάσματά της, μονάχα εκείνη το 'ξερε. Ό,τι απορίες μπορεί να είχε, σπάνια τις συζητούσε. Είτε από εγωισμό, είτε από φόβο μην την κοροϊδέψουν. Κι όποτε αναγκαζόταν να καταδεχτεί τα φώτα μας, νιώθαμε λες και δίναμε εξετάσεις μπροστά σ' έναν αδέκαστο και άκρως απρόβλεπτο κριτή, που αν τυχόν δεν τον ικανοποιούσε η απάντησή μας, δεν το 'χε σε τίποτα να μας πάρει το κεφάλι. Ήταν εξπέρ στο να αντιστρέφει τους ρόλους η γιαγιά μου, Θεός σχωρέσ' την.
Αφετηρία Συγγρού-Φιξ. Το λεωφορείο έχει γεμίσει. Είναι η ώρα εκείνη του απογεύματος που μεταβάλλει το ανάγλυφο του τοπίου, το ντύνει με ιστούς ίσκιων, βαθαίνει τις πτυχές του και τις χαρακιές. Δεξιά κι αριστερά τα κτήρια με τις σκοτεινές βιτρίνες ξεδιπλώνονται σιωπηλά, σχεδόν αγνώριστα καθώς τα χρώματα σβήνουν τις αντιθέσεις τους μέσα στο μισοδιάφανο παστέλ του σούρουπου.
Η νύχτα ήταν παράξενη, σημαδιακή, από κείνες που σε τρομάζουν αλλά πάλι δεν θες να τελειώσουν. Η γαλήνη της είχε κάτι το μυστηριακό - έλεγες πως από στιγμή σε στιγμή θα σπάσει το φεγγοβόλο φλούδι της κι από μέσα θα ξεχυθούν σημεία πρωτοφανέρωτα, πως κάποια προφητεία θα εκπληρωθεί. Έριξε μια ματιά τριγύρω του. Στα πεζοδρόμια ήταν φυτεμένες πικροδάφνες και τα φώτα απ' τις βιτρίνες των μαγαζιών έκαναν τη νύχτα μέρα - μια μέρα ασάλευτη, έρημη από κόσμο, με μια σχεδόν υλική σιωπή να αιωρείται πάνω απ' το δρόμο, απορροφώντας και τον ελάχιστο ήχο και μετουσιώνοντάς τον σε φθόγγο μιας παράξενης μουσικής.

Οι δρόμοι έχουν τις ιστορίες των ανθρώπων. Φωνές, ανάσες, βήματα, αθέατες σφραγίδες περαστικής παρουσίας. Οι τοίχοι καταγράφουν το μεταίσθημα φευγαλέων ίσκιων, την ηχώ μονολόγων και συνομιλιών, την αύρα και τις εποχές της ζωντανής ύλης. Και τα σημάδια που εσκεμμένα ο άνθρωπος χαράζει επάνω τους - απόπειρες καλλιτεχνικής έκφρασης, γρίφους και διεκδικήσεις, συνθηματικά αποφθέγματα, σπασμωδικές εκδηλώσεις πάθους, συμπυκνωμένη σοφία ή λακωνική αγανάκτηση.
Ο άδειος τοίχος - όπως το άδειο χαρτί - μας καλεί να τον χρωματίσουμε, να ζωντανέψουμε την απρόσωπη λευκότητά του. Απ' την αρχή της συνειδητής του υπόστασης, όπου κι αν βρέθηκε ο άνθρωπος άφησε άσβηστα χνάρια στις φιλόξενες κενές επιφάνειες - στα τοιχώματα των σπηλαίων, στην πέτρα. Είτε από δημιουργική παρόρμηση, είτε από ανάγκη να μοιραστεί επιθυμίες, προβληματισμούς και αγωνίες. Απ' την αρχή της ιστορίας του, ζωγραφίζει τους τοίχους των κτισμάτων του, ξορκίζει τη μονοτονία μιας εθελούσια περιφραγμένης καθημερινότητας δίνοντας ζωή και κίνηση στους ίδιους αυτούς πέτρινους όγκους που τον κρατούν φυλακισμένο για να τον προστατέψουν απ' τον έξω κόσμο.
Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα (πάλι) και αυτή τη φορά με τσίμπησε αράχνη. Μάλιστα, αράχνη στην καρδιά της Αθήνας - μια μάλλον θεαματική προσθήκη στο όχι ευκαταφρόνητο ρεπερτόριό μου από επιθέσεις μαμουνιών και λοιπών ζωυφίων, το οποίο εκτός από τα "αυτονόητα" κουνούπια και σκνίπες, περιλαμβάνει επίσης μέλισσες, σφήκες, μυρμήγκια, τσούχτρες, ως και μια αλογόμυγα (ή πιθανότατα τσιμπούρι - η ακριβής προέλευση του συγκεκριμένου, άκρως επώδυνου και τρομακτικού στην όψη δήγματος ουδέποτε επιβεβαιώθηκε).

Τα ονόματα των κυκλαδίτικων νησιών τα θυμάμαι από μικρό παιδί να ηχούν στ' αυτιά μου σαν ρεφρέν τραγουδιού απ' τα ραδιοφωνικά δελτία ακτοπλοΐας. Πάρος, Νάξος, Τήνος, Μύκονος, Αμοργός, Ανάφη, Θήρα. Κι άλλα που ακούγονται λιγότερο συχνά και δεν συνδυάζονται αυτόματα στο νου με την ετήσια θαλασσινή εξόρμηση των παραθεριστών: Δήλος, Άνδρος, Κέα, Σύρος, Σέριφος, Σίφνος, Ίος, Κύθνος, Κίμωλος, Κέρος, Ρήνεια, Σίκινος, Αντίπαρος, Φολέγανδρος, Ηρακλειά, Πολύαιγος, Δονούσα, Δεσποτικό, Σχοινούσα, Θηρασία, Μήλος, Αντίμηλος, Κουφονήσια. Κι αυτά που έχουν αφήσει επώδυνες χαρακιές στην πρόσφατη μνήμη της Ελλάδας - Γυάρος, Μακρόνησος.
Εκτός απ' τα μεγάλα νησιά, στο νομό Κυκλάδων ανήκουν και πολλά μικρότερα, άλλα κατοικημένα κι άλλα όχι, όπως και συστάδες νησιών: Άνυδρος ή Αμοργοπούλα, Νέα και Παλαιά Καμένη, Ασπρονήσι, Ασκανιά, Εσχάτη, Χριστιανή, Ρευματονήσι, Νικουριά, Καρδιώτισσα, Αβολαδονήσι, Τραγονήσι, Κιτριανή, Σεριφοπούλα, Γλαρονήσι, η συστάδα Αντιπάρου, οι νησίδες Μάκαρες ή Μακάριοι, τα Αβελονήσια και το Σχινονήσι.