Πασχαλινά αστεράκια σε μαδημένη κολόνα. Αναστάσιμο πνεύμα πάνω/μέσα στην παρακμή. Το ελαφρώς κουνημένο focus προσθέτει κάτι το σκιαχτερό.
Γλυκιά κρέμα από χοντρό σιμιγδάλι με γάλα ρυζιού, βανίλια και μαύρη ζάχαρη, πασπαλισμένη με κανέλα και στιγμιαίο καφέ. Την παράσταση κλέβει, βέβαια, η κούπα από σμάλτο, η οποία - όλως τυχαίως - εκπέμπει ένα έντονο vibe από Life Is Strange.

Το αιματηρό ξεκλήρισμα μιας οικογένειας στην αυστραλιανή κωμόπολη Κιβάρα φέρνει πίσω τον αστυνόμο Aaron Falk, ο οποίος έχει πλέον μετακομίσει στη Μελβούρνη και εργάζεται στη δίωξη οικονομικού εγκλήματος, προκειμένου να εξετάσει "ανεπίσημα" την υπόθεση. Ως δράστης του ειδεχθούς φονικού φέρεται ο παιδικός φίλος του Falk, Luke Hadler, ο οποίος, καθ' όλες τις ενδείξεις, πυροβόλησε τη σύζυγο και τον ανήλικο γιο του και στη συνέχεια αυτοκτόνησε, ενώ η δεκατριών μηνών κορούλα του έμεινε ανεξήγητα ζωντανή. Οι γονείς του Luke υποψιάζονται λόγους οικονομικής φύσεως για το έγκλημα, καθώς η περιοχή υποφέρει από πολύμηνη ξηρασία που έχει ρημάξει περιουσίες, με αποτέλεσμα οι πληγέντες να καταχρεωθούν. Η δύσκολη κατάσταση έχει φέρει τους πάντες στα όριά τους, ωθώντας τους σε συμπεριφορές που προβληματίζουν τον Falk. Μήπως τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι όπως φαίνεται; Στο μεταξύ, ένα σκοτεινό μυστικό από το παρελθόν, το οποίο βαραίνει τον ίδιο και τον Luke, δυσχεραίνει τις έρευνες του Falk, στρέφοντας εναντίον του την κοινή γνώμη. Παλιοί του φίλοι, συμμαθητές και γνωστοί μετατρέπονται σε άσπονδους εχθρούς, που παρακολουθούν στενά και υπονομεύουν την κάθε του κίνηση. Μέσα σ' έναν κυριολεκτικό λάκκο με φίδια (και δηλητηριώδεις αράχνες), όπου όλοι σχεδόν είναι ύποπτοι, δεν διστάζουν να κατηγορήσουν έμμεσα ή ανοιχτά ο ένας τον άλλον και δείχνουν απολύτως ικανοί για το χειρότερο, ο Falk - με τη βοήθεια του καλόβολου ντόπιου αρχιφύλακα Raco και της όμορφης Gretchen, πρώην κοπέλας του Luke και ανύπαντρης μητέρας - πασχίζει, κόντρα στις αντιξοότητες, να ξεδιαλύνει ένα μυστήριο που διαρκώς περιπλέκεται, αναζητώντας συγχρόνως το κλειδί για τον άλυτο, εφιαλτικό γρίφο της δικής του εφηβικής ηλικίας...
Η εξαιρετική σε παρουσίαση και γεύση, χειροποίητη λεμονάδα του cafe bar Αερόστατο της οδού Πτολεμαίων.

Ο Alexandre Guerin (Melvil Poupaud) είναι επιτυχημένος επαγγελματίας και αξιοζήλευτος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε υποδειγματικών παιδιών και άψογος σύζυγος. Πίσω όμως απ' την ειδυλλιακή - ή, μάλλον, υπερβολικά ειδυλλιακή - αυτή εικόνα, κρύβεται ένα τραγικό μυστικό: όταν ήταν παιδί, ο Alexandre είχε υποστεί συστηματική σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση από τον Bernard Preynat (Bernard Verley, ο οποίος, κατά ειρωνική σύμπτωση, είχε υποδυθεί τον Ιησού στη δραματική κωμωδία του 1969 Ο Γαλαξίας), τον κοσμαγάπητο ιερέα της ενορίας του. Η είδηση ότι χρόνια αργότερα, ο εν λόγω κληρικός όχι μόνο δεν έχει αποσχηματιστεί, αλλά και εξακολουθεί να εργάζεται κοντά σε παιδιά, χωρίς ουδέποτε να του έχει ζητηθεί επίσημα λόγος για τις πράξεις του, δίνει στον Alexandre το έναυσμα να κινηθεί εναντίον του με κάθε έννομο τρόπο. Οι προσδοκίες του δεν αργούν να δεχτούν πλήγμα, καθώς το μεγαλύτερο - και εξοργιστικά αμετακίνητο - εμπόδιο που βρίσκει συνεχώς μπροστά του είναι η απροθυμία των εκκλησιαστικών αρχών να εξετάσουν και να αντιμετωπίσουν δραστικά το πρόβλημα: αν και εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να το αγνοήσουν, προτιμούν να το κουκουλώνουν επ' αόριστον ώστε να μη διακινδυνεύσουν την υπόληψή τους.

Από τις γνωστότερες, πιο κοσμαγάπητες και πολυπαιγμένες ηθογραφικές κωμωδίες του διεθνούς θεατρικού ρεπερτορίου, ο Κατά Φαντασίαν Ασθενής του Moliere συνδέεται με μια τραγική - και ειρωνική, συγχρόνως - συγκυρία. Μάλλον καρμική, θα 'λεγε κανείς, μια και η καυστική σάτιρα του δημιουργού του εις βάρος των γιατρών και της ιατρικής επιστήμης γύρισε κυριολεκτικά επάνω του: ο Moliere (λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα και ηθοποιού Jean-Baptiste Poquelin) πέθανε από φυματίωση στα πενήντα ένα του μόλις χρόνια, επί σκηνής και ενώ πρωταγωνιστούσε στο συγκεκριμένο έργο, υποδυόμενος τον Argan, τον κατά φαντασίαν ασθενή του τίτλου - έναν ακόμα αρχέτυπο ήρωα από το πάνθεον των θεατρικών του προσώπων. Όχι πολύ διαφορετικά απ' τον Argan, ο Moliere είχε, προφανώς, φτάσει στο άλλο άκρο της αντίθετης εμμονής: ήταν "κατά φαντασίαν υγιής", δηλαδή δεν παραδεχόταν τη δική του (πραγματική) ασθένεια και αποστρεφόταν τους γιατρούς, με το γνωστό μοιραίο αποτέλεσμα.

Τα χελιδόνια αποτελούν κατεξοχήν σύμβολο της αποδημίας. Η απρόσκλητη μαζική επίσκεψη, όπως και η αποχώρησή τους κάθε χρόνο είναι συνυφασμένες με την ανθρώπινη καθημερινότητα: ο ερχομός τους σημαίνει χαρμόσυνα την αρχή της άνοιξης, ενώ, φεύγοντας, παίρνουν μαζί τους το καλοκαίρι. Η αθόρυβη, διακριτική τους παρουσία - δεν κελαηδούν ούτε καταδέχονται το έδαφος και για κάποιον παράδοξο λόγο, συνήθως προτιμούν τα ηλεκτρικά σύρματα παρά τα δέντρα - τον περισσότερο καιρό είναι σχεδόν ανεπαίσθητη. Δεν ενοχλούν κανέναν και κανείς δεν τα πειράζει.
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τα ανθρώπινα "χελιδόνια" - τους αποδημούντες από τόπους μακρινούς, κάποτε "εξωτικούς" στα δυτικά μάτια, συνώνυμους με παραμυθένιες περιπέτειες, δυσεύρετα μπαχαρικά και μεθυστικά αρώματα. Ή, ακόμα, τόπους αλύπητα χτυπημένους από λιμούς, λοιμούς, πολέμους και φυσικές καταστροφές.