Το αιώνιο κρυφτό της "Ορτανσίας"
Το πρώτο μου βιβλίο είχα αρχίσει να το γράφω πριν πάνω από είκοσι χρόνια, μαζί με την αδελφή μου, σαν παιχνίδι. Γράφαμε τα κεφάλαια εναλλάξ, συνεχίζοντας η καθεμιά την ιστορία από κει όπου την είχε αφήσει η άλλη. Καθώς κι οι δυο αγαπάμε τα μυστήρια, η υπόθεση ξεκίνησε σαν ένα είδος αστυνομικού thriller, με την ανεξήγητη εξαφάνιση ενός πτώματος. Κάποια στιγμή, όμως, φτάσαμε σε αδιέξοδο. Οι ήρωες, έτσι όπως τους είχαμε πλάσει πρόχειρα, για πλάκα, δεν αποφάσιζαν σε τι ήθελαν να εξελιχθούν. Το αίνιγμα που είχαμε σκαρφιστεί αρνιόταν να μας δείξει τον δρόμο για τη λύση του. Μπλέξαμε με άλλες ασχολίες και υποχρεώσεις και το εγχείρημα "πάγωσε". Έκανα, τότε, τέσσερις δουλειές ταυτόχρονα - ιδιαίτερα μαθήματα, μετέφραζα λογοτεχνία για λογαριασμό εκδοτικών οίκων, εικονογραφούσα βιβλία, είχα μόνιμες στήλες με παιχνίδια και κόμικς (τα οποία έφτιαχνα εξ ολοκλήρου με το χέρι) σ' ένα περιοδικό για παιδιά - ενώ παράλληλα σπούδαζα ακόμα. Στο περιθώριο αυτής της υπερδραστηριότητας, που σήμερα απορώ πώς χωρούσε στις ώρες της ημέρας (και της νύχτας), σκάρωνα στίχους. Καμιά φορά τους μελοποιούσα κιόλας, γρατζουνώντας μια ακουστική κιθάρα για το κέφι μου. Τους σημείωνα σ' ένα τετράδιο μαζί με τα ακόρντα και μετά τους ξεχνούσα. Όσο για το αστυνομικό μας thriller που είχε μείνει στη μέση, ούτε η αδελφή μου ούτε εγώ το θυμόμασταν πια.








