Ανθισμένη βεράντα.

Πώς ορίζεται το μετάφρασμα από τους ίδιους τους μεταφραστές; Πότε πετυχαίνει και πότε αποτυγχάνει να μεταφέρει αυτούσιο το έργο ενός συγγραφέα, τη φιλοσοφία του, τα υπόγεια όσο και φανερά μηνύματά του; Και πόσο δύσκολο είναι να αναμετρηθεί κανείς με το έργο ενός δημιουργού που έχει ξεπεράσει τα στενά σύνορα του τόπου του; Στ' αλήθεια, τι απαιτείται από το μεταφραστή, ώστε να είναι σε θέση να μεταφέρει επιτυχώς στη γλώσσα του ένα κείμενο χωρίς να προδώσει το πρωτότυπο έργο; Αλλά κυρίως, σε ποιο βαθμό ο μεταφραστής μετέχει ουσιωδώς σε αυτό; Στο πλαίσιο του αφιερώματος που ετοιμάσαμε, ρωτήσαμε καταξιωμένους μεταφραστές και είχαν την ευγενική καλοσύνη να μας καταθέσουν τις απόψεις τους. Στο σημερινό τεύχος δημοσιεύουμε τις απόψεις της αξιαγάπητης και άξιας μεταφράστριας Μάριον Χωρεάνθη, η οποία, εκτός από το σημαντικό μεταφραστικό έργο, έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα και δυο πολύ ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές.
Πώς θα ορίζατε επιγραμματικά το μετάφρασμα, κ. Χωρεάνθη;

Ο Gilbert Sinoue συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό της χώρας μας πριν ακριβώς είκοσι χρόνια με το άτυπο δίπτυχο των μυθιστορημάτων του Η Αιγυπτία και Η Κόρη του Νείλου, που πρωτοκυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση Βασιλικής Κοκκίνου. Ακολούθησαν εικοσιένα ακόμα βιβλία του από τον ίδιο εκδότη και με την ίδια πάντα μεταφράστρια, με τελευταίο (2016) τον Προφήτη του Θεού, που αφηγείται τη ζωή και την πορεία του Άραβα ηγέτη Muhammad ibn Abd Allah, γνωστότερου σ’ εμάς ως Μωάμεθ.
Ειδικευμένος στο ιστορικό μυθιστόρημα, ο Γαλλοαιγύπτιος συγγραφέας - ο οποίος έχει επίσης ελληνική καταγωγή - αποφάσισε να καταπιαστεί με μια βιογραφία σχεδόν "ταμπού" τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, για διαφορετικούς λόγους στην κάθε περίπτωση. Τι τον οδήγησε στην επιλογή του συγκεκριμένου θέματος τούτη ειδικά την εποχή; Στο ερώτημα αυτό και σε άλλα πολλά έδωσε πρόθυμα απαντήσεις, σε κλειστή συνέντευξη Τύπου την οποία παραχώρησε το μεσημέρι της Τετάρτης 18 Ιανουαρίου, στο πατάρι του νέου βιβλιοπωλείου των εκδόσεων Ψυχογιός, με διερμηνέα (για όσους δεν μιλούσαν Γαλλικά) την Ευγενία Μουτσοπούλου.
Από τότε που ο αδελφός της ο Μιχάλης έκανε δώρο στον Φραγκίσκο το λάπτοπ, η Δέσποινα γκρίνιαζε πως τους έφερε το διάβολο μες στο σπίτι. Ήταν που ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, αμίλητος κι αγέλαστος ο μοναχογιός της, απόγινε. Και δεν έφτανε που ξημεροβραδιαζόταν κολλημένος στο καινούργιο μηχάνημα - όχι, έπρεπε να φοράει και κάτι ακουστικά πιο μεγάλα απ' το κεφάλι του, που τον απόκοβαν ολότελα απ' τον κόσμο. Μόλις γυρνούσε απ' τη σχολή του, έτρεχε κατευθείαν στο λάπτοπ, δίχως να χαιρετήσει τη μάνα του, δίχως να πλυθεί και ν' αλλάξει. Να καθίσουν μαζί στο τραπέζι, να φάνε και να κουβεντιάσουν σαν άνθρωποι, ούτε λόγος. Για να πάει στην τουαλέτα έπρεπε να φτάσει στο αμήν. Αν έπεφτε καθόλου για ύπνο, ζήτημα να κοιμόταν δυο ώρες. Η Δέσποινα πότε τον έπιανε με το καλό, πότε έχανε την ψυχραιμία της και του φώναζε, αλλά πού! Είτε στον Φραγκίσκο μιλούσε είτε στον τοίχο, ήταν ένα και το αυτό. Την έσκιαζε όσο και την έθλιβε η θέα της ασάλευτης φιγούρας του, καμπουριασμένης στην καρέκλα του γραφείου ή μισοξαπλωμένης στο κρεβάτι με το λάπτοπ στην αγκαλιά, μέσα σ' ένα δωμάτιο όπου μονάχα ο ξερός ψίθυρος των πλήκτρων πρόδινε πού και πού την ύπαρξη ζωντανού πλάσματος. Ούτε η ανάσα του δεν ακουγόταν.